Ο «Χορός» είναι μία από τις συνοικίες του Πολιχνίτου. Σε αυτήν οδηγούν τρεις βασικές οδικές αρτηρίες του οικισμού. Ο δρόμος της Κάτω Αγοράς, των Καμένων και το Μακρύ Σοκάκι. Είναι μια πλατεία έκτασης κοντά δύο στρεμμάτων, που την τελευταία πεντηκονταετία έχει τσιμεντοστρωθεί. Πιο μπροστά το δάπεδό της ήταν χώμα και ισοπεδωμένα βράχια. Σχετικά ξέφανο μέρος, κατάλληλο ακόμα και σήμερα για πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Επί Τουρκοκρατίας αλλά και επί της γερμανικής κατοχής, κατά τον εορτασμό μεγάλων θρησκευτικών γιορτών στηνόταν στον χώρο αυτόν «χοροστάσι», γι’ αυτό πήρε αυτό το όνομα.

Οι κοπελούδες έπιαναν νωρίς - νωρίς θέσεις στις παρυφές του «Χορού». Άλλες καθιστές σε σκαμνιά που κουβαλούσαν από το σπίτι τους και άλλες σε κανένα βραχάκι ή όρθιες και περίμεναν την εξέλιξη του πανηγυριού.

Οι λεβέντες του χωριού από νωρίς γέμιζαν τους καφενέδες του χωριού που διέθεταν μουσική. Ήταν οι γλεντιστάδες. Έπιναν και χόρευαν και διασκέδαζαν, όχι πολύ ανθρώπινα. Ένα στραβοκοίταγμα, μια υπέρβαση της σειράς προτεραιότητας για χορό ή τέλος πάντων «ένα ψύλλου πήδημα» ήταν ικανά να γίνουν αφορμή να πέσουν οι σχετικές κλωτσοπατινάδες και το τράβηγμα και ενός μαχαιριού πότε-πότε.

Την περίοδο που δεν υπήρχε πια Τουρκοκρατία ή γερμανική κατοχή στον τόπο μας, δεν περίμεναν οι γλεντιστάδες τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές για να γλεντήσουν. Σχεδόν κάθε Κυριακή, κάθε εθνική γιορτή και επέτειο, αλλά και στα καλά καθούμενα, ξεσήκωναν τον καφενέ. Αρκεί να υπήρχε μουσική και να «δούλευαν» τα όργανα. Μουσικές κομπανίες, όπως του μπαρμπα-Γιώργη, του Ιατρού, του Χατζηπαρασκευά και αργότερα των Παπλωματάδων και των Βιενάδων, με σαντούρια, βιολιά, ζουρνάδες και νταβούλια, έπαιζαν συρτούς, καρσιλαμάδες, μπάλους και απτάλικους, που μαζί με τα σεβνταλίδικα λόγια των αμανέδων και την επήρεια του ποτού (συνήθως ρακί από τα ντόπια ρακοκάζανα) ανέβαζαν τους μερακλήδες πιο πάνω και από τον έβδομο ουρανό. Τους μεθούσαν, τους γέμιζαν ευθυμία, χαρά, αγαλλίαση.

Παρένθετα να πούμε εδώ ότι εκτός από τα παραπάνω μουσικά συγκροτήματα που αναφέραμε, είχαμε στον Πολιχνίτο τους Καλατζήδες (Μπινταγιάλας) προερχόμενους από τον Μεσότοπο αλλά εγκατεστημένους στο χωριό μας. Τον Χρήστο Ησαΐα τον κουτσό. Αλλά και από τα Παράκοιλα, την Αγιάσο και τη Βρίσα μας ερχόντουσαν αξιόλογοι οργανοπαίχτες.

Κάποια στιγμή του γλεντιού, οι μουσικάντηδες μπροστά και οι γλεντιστάδες από πίσω ξεκινούσαν με προορισμό τον «Χορό». Κάνοντας τη λεγόμενη πατινάδα και σταματώντας κατά διαστήματα στη διαδρομή για να χορέψουν και να ξεδώσουν (συνήθως μπροστά στο σπίτι κάποιας για την οποία ενδιαφερόταν ένας από τους γλεντιστάδες) έφταναν στον προορισμό τους. Αν τύχαινε να υπάρχει μόνο μια μουσική, το γλέντι γινόταν τρικούβερτο, αλλά αν ήταν οι μουσικές περισσότερες, γινόταν το «έλα να δεις». Ο καθένας βαρούσε τον χαβά του. Ακούγονταν αυτοί που είχαν πιο δυνατούς ζουρνάδες, τρομπέτες και νταβούλια. Πάντως το γλέντι συνεχιζόταν υπό συνθήκες «πατείς με πατώ σε» και οι μερακλήδες, βλέποντας τις περισυναγμένες κοπελιές, μεράκλωναν περισσότερο.

Πολλές φορές τα παλικάρια καλούσαν τις αδελφές ή τις συγγένισσές τους γενικά, και σπάνια τις αγαπητικές τους, απλώνοντας το μεταξωτό μαντίλι που είχαν στην πίσω τσέπη τους, για να χορέψουν αντάμα.

Το πολιχνιάτικο αυτό έθιμο του «Χορού» συνεχίστηκε και μέχρι τα μεταπολεμικά χρόνια, αφού εν τω μεταξύ έφυγαν οι Γερμανοί ηττημένοι από τα συμμαχικά στρατεύματα με τα οποία συμπολέμησε η χώρα μας. Η χώρα μας, που είχε προκαλέσει τον θαυμασμό παγκοσμίως για τον ηρωισμό της, είχε συμβάλει ουσιαστικά και τόσο όσο κανείς άλλος στο να «ξεδοντιαστεί» ο περιβόητος Άξονας. Με τη νίκη κατά των Ιταλών στο αλβανικό μέτωπο. Με την άμυνα των οχυρών μας στη Βόρεια Ελλάδα. Με τη μάχη της Κρήτης. Με τον Γοργοπόταμο. Με το ολοκαύτωμα δεκάδων χωριών μας και με την αντίσταση των Ελλήνων πατριωτών στη στεριά και στη θάλασσα, ακόμα και στη Μέση Ανατολή, στην Ιταλία, στη Νορμανδία.

Οι σύμμαχοί μας μετά την απελευθέρωση, «ενώ μας χρωστούσαν, μας πήραν και το βόδι μας», όπως  είπε κάποτε ο ηγέτης του Κ.Κ.Ε. Χαρίλαος Φλωράκης. Αντί να μας θυμηθούν κατά τη «μοιρασιά», τότε που κάθισαν στο τραπέζι και μοίρασαν τον κόσμο σε «σφαίρες επιρροής», έσπειραν με την προπαγάνδα τους μίσος αδελφοκτόνο στην πατρίδα μας. Εκμεταλλεύτηκαν το αιώνιο μειονέκτημα της φυλής μας. Καλλιέργησαν τη διχόνοια. Μας χώρισαν σε αριστερούς και δεξιούς. Και εμείς οι απερίσκεπτοι και ανόητοι τσιμπήσαμε το δόλωμα. Επιτρέψαμε να ξεσπάσει και να εξελιχθεί αδελφοκτόνος εμφύλιος σπαραγμός, που είχε συνέπεια να καταστραφεί τελείως η οικονομία μας. Και το κυριότερο, να χυθεί αίμα ελληνικό. Σκοτωμένοι και ανάπηροι πολέμου προστέθηκαν, από αδελφικά χέρια, και από τις δύο μεριές, στα θύματά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μίσος αναπτύχθηκε και στο πιο μικρό χωριό και σε κάθε χώρο εργασίας. Κι ας μας έλεγε ο Σολωμός πως «εάν μισούντ’ ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά».

Ήταν μια Τσικνοπέμπτη απόγευμα, κατά τη χρονική περίοδο του διχασμού μας. Τον χώρο του «Χορού» είχαν προλάβει και είχαν καταλάβει οι αριστεροί του Πολιχνίτου, Εκτός από τα υπέροχα και διαχρονικά τραγούδια και τους χορευτικούς σκοπούς, τραγουδούσαν τώρα και δικής τους έμπνευσης εμβατήρια και σκωπτικά τραγούδια. «Βροντάει ο Όλυμπος και πάλι στην Γκιώνα πέφτουν κεραυνοί». «Γι βασ’λές του κλουτσιάρ’κου του μλάρ’ ε του πήρει ακόμα χαμπάρ’ τσ’ έστλει τούν Παπαντριγιά τσι του Σκόμπι ντ’ κουπριά να μας βάλειν τσινούργιου σαμάρ’. Μα κσπάσαν τα μλάρια, πητάξαν πι τσ’ κατίνες τα σαμάρια» και άλλα πολλά. Χόρευαν, τραγουδούσαν, έπιναν και διασκέδαζαν. Και να σου εμφανίζεται ένα τεράστιο μπουλούκι των δεξιών και δη των Χιτών, με τη δική τους μουσική και «μπροστινέλα» έναν που κρατούσε ψηλά το κάδρο του βασιλιά Γεωργίου Β΄. Τραγούδια είχαν και αυτοί τα δικά τους, όπως «Του αητού ο γιος» και «Κουμμούνις κληφτρίνις βγάλτι του λάδ’ μέσ’ απ’ τσ’ φτίνης», εννοώντας ότι τάχα οι κομμουνιστές είχαν καταχραστεί το λάδι που μάζεψαν για την «Αλληλεγγύη» με πρωτοβουλία της Ε.Τ.Α. (Επιμελητεία του Αντάρτη).

 

σρ

 

Μια καλοζυγισμένη βολαδιά από κάποιον αριστερό βρίσκει την Αυτού Μεγαλειότητα στο κούτελο και διαλύει το κάδρο. Λίγο-πολύ αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης το τι επακολούθησε. Ξύλο και πανικός. Σπασμένα κεφάλια και ποδάρια κι από τις δυο μεριές. Ευτυχώς που δεν υπήρξε κάποιος θάνατος. Μου έλεγε ο Κωστής Κωστομοίρης, που ζει στην Αμερική και ήταν νεαρός τότε με την παράταξη των δεξιών (υπηρέτησε στα αποσπάσματα με τον περιβόητο Μάλιο τον ανταρτοφάγο), πως για μια στιγμή, σηκώνοντας το χέρι του για να χτυπήσει κάποιον μπροστά του, συνειδητοποίησε πως ήταν ο πατέρας του, ο Βασίλης Κωστομοίρης (Παντέγος), που ήταν με τους αριστερούς. Τότε τον πήραν τα δάκρυα αντιλαμβανόμενος το  πού τους είχε οδηγήσει η πλύση του εγκεφάλου και η προπαγάνδα των επιτηδείων και πόσο μίσος είχαν καλλιεργήσει, που χωρίς άλλη σκέψη εγκατέλειψε το θέατρο του αλληλοσπαραγμού. Αδελφός με αδελφό και παιδί με πατέρα, ό,τι  το χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί.

 

σρ

 

Ήταν τόσο άγρια η συμπλοκή, που από την ημέρα αυτή και μετά καταργήθηκε και το έθιμο του «Χορού». Δεν ξαναπάτησε άνθρωπος πια εκεί και η πλατεία έμεινε έρημη και μοναχική. Απορώ πώς δεν της έδωσαν τότε το όνομα «Πλατεία Διχόνοιας».

Τα χρόνια πέρασαν. Η έννομη τάξη αποκαταστάθηκε στη χώρα μας. Τα πάθη αμβλύνθηκαν. Ο κάθε πολίτης έχει την ιδεολογία του και σπάνια πια υπάρχει περίπτωση να προκαλέσει ο ένας τον άλλον.

Ο γράφων ήταν αντιδήμαρχος του πρώτου καποδιστριακού Δήμου Πολιχνίτου. Ήταν Τσικνοπέμπτη του 2000. Ο Δήμος σε συνεργασία με τον πολύ δραστήριο τότε Πολιτιστικό Όμιλο Πολιχνίτου (Π.Ο.Π.) αποφάσισαν, ύστερα από εισήγησή μου, να γιορτάσουν οι δημότες την ημέρα αυτή στον χώρο του «Χορού».

Από νωρίς στήθηκαν φουφούδες. Ψήθηκαν αρνιά, λουκάνικα και άλλα κρεατοειδή για να μυρίσει ο τόπος τσίκνα. Ο κόσμος ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Η πλατεία γέμισε ασφυκτικά. Κέφι και χαρά ξεχύθηκαν παντού. Και η ορχήστρα του Στρατή Βουνάτσου συμπλήρωσε τη χαρά και αγαλλίαση του κόσμου.

Κάποια στιγμή θεώρησα καλό να πάρω το μικρόφωνο της ορχήστρας στα χέρια μου. Με πολλή συντομία αναφέρθηκα στο ιστορικό παρελθόν της πλατείας του «Χορού». Κάκισα τη διχόνοια, που είναι ελάττωμα των Ελλήνων, και εξήρα την αξία της αγάπης και της ομόνοιας της κοινωνίας μας. Συγκεκριμένα είπα πως σε τούτο τον χώρο κάποτε οι πατεράδες μας χώρισαν και άφησαν τη διχόνοια να τους κυριεύσει. Σήμερα ελάτε να μονοιάσουμε και όλοι μαζί να σηκώσουμε μια βαριά πέτρα και να βάλουμε από κάτω της ό,τι μας πίκρανε, ό,τι μας χώρισε.

Ένας παππούς, που είπαν πως ήταν αριστερός, ακουμπισμένος στο ραβδί του, όλη την ώρα που μιλούσα μόνο που δεν έκλαιγε. Έδειχνε πως συγκινήθηκε. Σαν τελείωσα, με πλησίασε εμένα, που δεν είμαι αριστερός, αλλά που ποτέ στη ζωή μου δεν με ενδιέφερε τι είναι ο συνάνθρωπός μου, και μου είπε: «Με συγκίν’σις ρε Στρατγιέλ’ μι τα όμουρφα τα λόγια σ’ τ’ αληθινά, χουρεύγ’ς ρε;».

«Αν χουρεύου λες μπαρμπα-Στρατή, τσι πας του νύχ’ τουν παγαίνου τσι μεσ’ του ταψί, άμα λάχ’ τουν καταφέρνου» ήταν η απάντησή μου και χορέψαμε…

 

σρ

 

                                                                                Πολιχνίτος 18/08/2021

                                                                                 Στρατής Π. Πάντας

 

 * Αναδημοσίευση από το περιοδικό "ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ της ΒΡΙΣΑΣ”